Σελίδες

Τρίτη 6 Ιουνίου 2023

ΘΕΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ 2023

ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΕΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ 






ΔΙΔΑΓΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

 ΘΕΜΑ Α

 Α1.α.

1. Λάθος

2. Λάθος

3. Σωστό

 

Α1.β.

α. 1

β. 3

 

ΘΕΜΑ Β

Β.1. Στο πρώτο απόσπασμα, ο Αριστοτέλης δηλώνει πως η «πόλις» είναι μια μορφή ανώτερης κοινωνικής συνύπαρξης («ἡ πασῶν κυριωτάτη ενν. τῶν κοινωνιῶν») που περικλείει μέσα της όλες τις άλλες («πάσας περιέχουσα τὰς ἄλλας») και αποβλέπει στο ανώτερο από όλα τα αγαθά («τοῦ κυριωτάτου πάντων ενν. τῶν ἀγαθῶν»). Είναι, δηλαδή, για τον φιλόσοφο «ἡ κοινωνία ἡ πολιτική»). Η «πόλις» είναι η τελειότερη μορφή κοινωνικής συμβίωσης. Περιλαμβάνει ατελέστερα κοινωνικά μορφώματα, όπως η οικογένεια, η φυλετική συγγένεια και σχέση, το χωριό, μια συντεχνία κ.ά. Η πόλις δεν είναι απλώς μια ανταλλακτική κοινωνία που διασφαλίζει την επιβίωση των μελών της αλλά εκείνη η οργανωμένη και αρθρωμένη κοινωνία που διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για την πλήρη ανάπτυξη των δυνατοτήτων του ανθρώπου. Ύψιστος σκοπός της ύπαρξής της είναι το κοινό αγαθό, η συλλογική και ατομική επιτυχία των μελών της.

Στον ορισμό αυτό μπορούμε να διακρίνουμε το προσεχές γένος της έννοιας της πόλεως, δηλαδή την ευρύτερη κατηγορία, στην οποία εντάσσεται η έννοια, που είναι ο όρος «κοινωνία» («κοινωνίαν τινὰ οὖσαν»). Ο όρος «κοινωνία» προέρχεται από το ρήμα «κοινωνῶ» που σήμαινε «συμμετέχω σε κάτι», «παίρνω μέρος σε κάτι μαζί με κάποιον άλλο (ή με κάποιους άλλους)». Έτσι, με τον όρο «κοινωνία» νοείται ένα είδος κοινότητας, μια ομάδα ανθρώπων που συνυπάρχουν και συνεργάζονται, έχουν έναν κοινό σκοπό, αποβλέπουν – η καθεμία ξεχωριστά – στην επίτευξη ενός κοινού για τα μέλη τους σκοπού («ἀγαθοῦ τινος ἕνεκεν συνεστηκυῖαν»). Η ειδοποιός διαφορά της πόλης, δηλαδή το ιδιαίτερο εκείνο γνώρισμα που τη διαφοροποιεί από τις όμοιές της έννοιες, είναι το αγαθό στο οποίο αποβλέπει, που δεν είναι άλλο από την ευδαιμονία, ατομική και συλλογική. Ο Αριστοτέλης επισφραγίζει τον ορισμό της έννοιας «πόλις» με τον χαρακτηρισμό «πολιτική κοινωνία», δηλαδή την οργανωμένη πολιτειακά κοινωνία, η οποία έχει αυτάρκεια, αυτονομία, ελευθερία, θεσμούς και πολίτευμα. Σύμφωνα με τον φιλόσοφο, η πόλη, η οποία σχηματίστηκε από τη συνένωση περισσότερων «κωμῶν» και, συνεπώς, και οικογενειών ήταν φυσική εξέλιξη και ανάπτυξη των πρώτων μορφών κοινωνίας, χαρακτηρίζεται τέλεια, καθώς σκοπός της ήταν όχι μόνο το «ζῆν», η επιβίωση, που και η κώμη επιδίωκε και εξασφάλιζε, αλλά το «εὖ ζῆν», δηλαδή η ευδαιμονία που είναι το αποτέλεσμα της αυτάρκειας. Ο Αριστοτέλης τονίζει ότι η «πόλις» είναι αυτάρκης, μπορεί δηλαδή και μόνη της να χαρίσει στον πολίτη το πιο μεγάλο αγαθό. Η αυτάρκεια αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα της πόλεως και πρωταρχική επιδίωξή της. Με αυτήν δηλώνεται η επάρκεια των αγαθών που είναι απαραίτητα για την απόκτηση και τη διατήρηση της συλλογικής ευτυχίας (ευτυχίας). Πρόκειται για αγαθά εξωτερικά (υλικά), σωματικά και ψυχικά. Η αυτάρκεια μιας πόλης εξαρτάται: α) από τη γεωγραφική της θέση, ώστε να εξασφαλίζονται υλικά αγαθά, β) από το έμψυχο ανθρώπινο δυναμικό που διασφαλίζει την άμυνα της πόλης-κράτους και γ) από το σύστημα χρηστής διοίκησης και απονομής της δικαιοσύνης, που εγγυάται την εσωτερική συνοχή της πόλης. Ο λόγος σύστασης της πόλης είναι το «ζῆν», αλλά ο λόγος ύπαρξης είναι το «εὖ ζῆν». Απαραίτητες προϋποθέσεις καλής κοινωνικής ζωής ο Αριστοτέλης απαριθμεί τις εξής: α) επάρκεια τροφής, β) ποικιλία τεχνών και τεχνιτών, γ) επαρκής οπλισμός, δ) οικονομική ευπορία, ε) θρησκευτικοί θεσμοί, στ) θεσμοί δικαιοσύνης. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό της πόλης θεωρείται από τον φιλόσοφο και το πιο σημαντικό. Συνεπώς για τον φιλόσοφο, η «πόλις» έχει για στόχο της την ευδαιμονία, η οποία ταυτίζεται κα συμπίπτει απόλυτα με το «ἀκρότατον πάντων τῶν πρακτῶν ἀγαθῶν», το υπέρτατο αγαθό στο οποίο - όπως είχε δηλώσει στα Ἠθικά Νικομάχεια - στοχεύουν οι άνθρωποι με τις πράξεις τους.

 

Β2. Και στα δύο αποσπάσματα περιγράφονται τα γνωρίσματα και οι ιδιότητες ενός φανταστικού «Υπερανθρώπου». Στο συγκεκριμένο απόσπασμα από τον Ανώνυμο Ιαμβλίχου γίνεται λόγος για έναν υποθετικό εκ γενετής υπεράνθρωπο, ο οποίος θα είναι «άτρωτος», «απρόσβλητος από αρρώστιες και από άλλα παθήματα», «χαλύβδινος» ενώ διαθέτει υπερφυσική δύναμη, τόσο σωματική όσο και ψυχική («Αν υποθέσουμε … δυνάμεις»). Οι παραπάνω ιδιότητες ασφαλώς και θα του εξασφαλίζουν ορισμένα πλεονεκτήματα, τα οποία εδώ είναι μη θεμιτά, αφού θα μπορεί να χρησιμοποιήσει την δύναμή του για να παραβιάσει τον νόμο. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα καταφέρει να επιβιώσει. Προϋπόθεση για την επιβίωσή του είναι να ακολουθεί τον νόμο και την δικαιοσύνη («εφόσον θα τα ενίσχυε… και οτιδήποτε το προάγει»). Σε άλλη περίπτωση, θα νικηθεί από το πλήθος, το οποίο προτάσσεται ως υπέρτερο, καθώς η συσσωρευμένη επιδεξιότητα και δύναμη που θα προκύψει από τη χρηστή διοίκηση και την αριθμητική υπεροχή του θα καταφέρει να κυριαρχήσει και να τον εξουδετερώσει.

Στο απόσπασμα από τα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη καθώς βασικό ερώτημα είναι κατά πόσον το πλήθος ή οι λίγοι και άριστοι πρέπει να ασκούν την πολιτική εξουσία ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως, όταν τα επιμέρους άτομα ενώσουν τα μόρια αρετής και φρόνησης που το καθένα διαθέτει, παρουσιάζουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Λειτουργούν, με άλλα λόγια, ως ένας «υπεράνθρωπος», με πολλά πόδια («πολύποδα»), πολλά χέρια («πολύχειρα») και πολλές αισθήσεις («πολλάς ἔχοντα αἰσθήσεις»). Ένας τέτοιος άνθρωπος, ασφαλώς, θα υπερέχει όχι μόνο σωματικά, αλλά και διανοητικά και ηθικά («οὕτω καὶ περὶ τὰ ἤθη καὶ τὴν διάνοιαν»). Με την αναλογία αυτή, η οποία θυμίζει τα τερατόμορφα πλάσματα της μυθολογίας, όπως οι Ερινύες, οι Εκατόγχειρες κ. ά.,  ο Αριστοτέλης τεκμηριώνει την αθροιστική θεωρία του, κατά την οποία το πλήθος, με τα συσσωρευμένα προτερήματά του, υπερτερεί έναντι του ενός ή των ολίγων, γι’ αυτό και θα ήταν καλό να κυβερνά.

Εύκολα, συνεπώς, διαπιστώνει κανείς ότι και στα δύο φιλοσοφικά κείμενα υπάρχει το μοτίβο ενός υπερφυσικού ανθρώπου, με συσσωρευμένη δύναμη και υπεροχή. Και στα δύο, στόχος είναι να καταδειχθεί η ισχύς του πλήθους, με τον «Υπεράνθρωπο» να λειτουργεί διαφορετικά. Στον Αριστοτέλη, παρουσιάζεται αναλογικά προς το πλήθος, για να καταδειχθεί η δύναμη των πολλών. Για τον Ανώνυμο του Ιαμβλίχου, ο υπεράνθρωπος νικιέται από το πλήθος, αφού και πάλι οι πολλοί υπερτερούν. Σε κάθε περίπτωση, είναι εμφανής η σύνδεση με την πολιτική κοινωνία, είτε εστιάζουμε στην προβολή της δημοκρατίας (Αριστοτέλης) είτε στην ανάγκη συμμόρφωσης με τον νόμο και το δίκαιο.

 

Β3.

οπτική: ὁρῶμεν

σύσταση : συνεστηκυῖαν

λάθος: ἀλήθειαν

δοχείο : ἐνδέχεται

ποδήλατο : πολύποδα

Β4.

1→β

2→β

3→α

4→α

5→β


ΑΔΙΔΑΚΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

Γ1.

Σωκράτη, όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί (όλα αυτά που φύονται) σχεδόν έχουν τον ίδιο τρόπο (ανατροφής) και αυτά που φυτρώνουν από τη γη και τα υπόλοιπα ζώα και ο άνθρωπος. Γιατί και στα φυτά αυτό είναι το πιο εύκολο για εμάς, που (ασχολούμαστε με τη γεωργία) καλλιεργούμε τη γη, το να προετοιμάσουμε τα πάντα πριν από το φύτεμα και το ίδιο το φύτεμα. Κι όταν αυτό που φυτεύθηκε ζήσει (επιβιώσει), μετά από αυτό η φροντίδα του βλασταριού είναι και μεγάλης διάρκειας και κοπιαστική και δύσκολη. Έτσι φαίνεται ότι είναι και με τους ανθρώπους. Από τις δικές μου υποθέσεις καταλήγω σ΄αυτό το συμπέρασμα και για τα άλλα. Και βέβαια γι ‘ αυτόν το γιο μου, είτε φύτεμα είτε τεκνοποιία πρέπει να το ονομάσω, ήταν το πιο εύκολο από όλα, η ανατροφή του όμως ήταν και δύσκολη για μένα και πάντα με φόβο που φοβόμουν γι αυτόν.

 

Γ2. Ο Θεάγης ο γιος του Δημόδοκου επιθυμώντας διακαώς να γίνει μαθητής κάποιου σοφιστή, αξίωνε από τον πατέρα του να τον φροντίσει και να πληρώσει κάποιον από τους σοφιστές για να του κάνει μαθήματα. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα γίνει σοφός. Ενοχλούσε λοιπόν τον πατέρα του διαρκώς προκειμένου να το πετύχει. Η επιθυμία αυτή του Θεάγη οφείλεται σε συζητήσεις που έκανε με συνομηλίκους του  και με άλλους πολίτες καθώς κατέβαιναν στην πόλη, οι οποίοι τον αναστάτωσαν με τους λόγους τους και τους ζήλεψε.

Γ3. σχς, ῥᾴδιον/ῥᾷον, γεννος, πιθυμεν, τ στη καταβησόμενοι, παλαίτερον, πιμεληθέντων, οτινες


 Γ4. α. τν ατόν: Επιθετικός προσδιορισμός στη λέξη «τρόπον»

τοτο : Υποκείμενο στο ρήμα της πρότασης «γίγνεται»

νομάζειν : Τελικό απαρέμφατο, ως υποκείμενο του απροσώπου ρήματος δε.

πάντων : γενική διαιρετική στο επίθετο υπερθετικού βαθμού «ῥᾴστη»

ες τ στυ: Εμπρόθετος επιρρηματικός προσδιορισμός, που δηλώσει κίνηση σε τόπο στη μετοχή της πρότασης «καταβαίνοντες»

μοι : έμμεσο αντικείμενο στο ρήμα «παρέχει»

σοφόν: κατηγορούμενο στο αντικείμενο ατν μέσω του ρήματος ποιήσει

β. Δημόδοκος λεγεν τι τότε παροσα πιθυμία τούτ πάνυ αυτόν/τοῦτον / ἐκεῑνον ()  φοβο/φοβοίη


ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ :

ΑΝΤΑ ΚΟΥΤΟΥΒΑΛΑ

ΣΤΕΛΛΑ ΤΣΟΥΤΣΑ